Συστάσεις από τις κατευθυντήριες γραμμές του ΠΟΥ για την πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία της υπογονιμότητας
Η υπογονιμότητα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα δημόσιας υγείας παγκοσμίως. Υπολογίζεται ότι επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους ανεξαρτήτως ηλικίας, κοινωνικής τάξης ή γεωγραφικής περιοχής. Τα τελευταία χρόνια, η επιστημονική κοινότητα έχει μετατοπίσει το ενδιαφέρον της όχι μόνο στη θεραπεία, αλλά και στην πρόληψη, την έγκαιρη διάγνωση και τη συνολική υποστήριξη των ανθρώπων που προσπαθούν να αποκτήσουν παιδί.
Οι νέες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO), που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Fertility and Sterility το τέλος του 2025, έρχονται να αναδείξουν μια πιο σύγχρονη, ανθρωποκεντρική και επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση στη γονιμότητα και την υπογονιμότητα. Γίνεται προσπάθεια να δοθούν απαντήσεις και εμπεριστατωμένες οδηγίες για τα ζευγάρια που προσπαθούν να τεκνοποιήσουν.
Τι είναι η υπογονιμότητα;
Υπογονιμότητα ορίζεται η αδυναμία επίτευξης εγκυμοσύνης μετά από 12 μήνες τακτικών, ελεύθερων, σεξουαλικών επαφών. Για γυναίκες άνω των 35 ετών, ο χρόνος αυτός μειώνεται συνήθως στους 6 μήνες, καθώς η γονιμότητα επηρεάζεται σημαντικά από την ηλικία.
Η υπογονιμότητα δεν αφορά αποκλειστικά τη γυναίκα. Περίπου:
- το 1/3 των περιπτώσεων σχετίζεται κυρίως με γυναικείους παράγοντες,
- το 1/3 με ανδρικούς παράγοντες,
- ενώ στο υπόλοιπο ποσοστό συμμετέχουν και οι δύο ή δεν εντοπίζεται σαφές αίτιο.
Αυτό σημαίνει ότι η διερεύνηση πρέπει πάντα να αφορά και τα δύο μέλη του ζευγαριού.
Οι βασικές αιτίες υπογονιμότητας
Οι νέες οδηγίες του ΠΟΥ δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην ολοκληρωμένη αξιολόγηση της αναπαραγωγικής υγείας.
Στις γυναίκες
Οι συχνότερες αιτίες περιλαμβάνουν:
- διαταραχές ωορρηξίας,
- σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS),
- ενδομητρίωση,
- προβλήματα στις σάλπιγγες,
- μειωμένο ωοθηκικό απόθεμα,
- ηλικιακή μείωση γονιμότητας.
Η ηλικία παραμένει ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες. Η γυναικεία γονιμότητα αρχίζει να μειώνεται σταδιακά μετά τα 32 έτη και πιο έντονα μετά τα 35. Μετά τα 40, πέφτει κατακόρυφα
Στους άνδρες
Οι οδηγίες αναδεικνύουν ότι η ανδρική υπογονιμότητα εξακολουθεί να υποεκτιμάται.
Συχνοί παράγοντες είναι:
- χαμηλός αριθμός σπερματοζωαρίων,
- μειωμένη κινητικότητα,
- κακή μορφολογία,
- κιρσοκήλη,
- ορμονικές διαταραχές,
- παχυσαρκία,
- κάπνισμα,
- χρόνιο στρες,
- περιβαλλοντικοί παράγοντες.
Ο τρόπος ζωής επηρεάζει πραγματικά τη γονιμότητα;
Σύμφωνα με τις νέες συστάσεις, η απάντηση είναι ξεκάθαρα ναι.
Ο ΠΟΥ υπογραμμίζει ότι η γονιμότητα δεν εξαρτάται μόνο από τη βιολογία, αλλά και από παράγοντες της καθημερινότητας.
Παράγοντες που μειώνουν τη γονιμότητα
- Κάπνισμα
- Υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ
- Παχυσαρκία
- Κακή διατροφή
- Έλλειψη άσκησης
- Χρόνιο στρες
- Έλλειψη ύπνου
- Έκθεση σε τοξικές ουσίες και ρύπους
Παράγοντες που φαίνεται να βοηθούν
- Μεσογειακή διατροφή
- Φυσιολογικό σωματικό βάρος
- Τακτική, μέτρια άσκηση
- Καλός ύπνος
- Μείωση άγχους
- Διακοπή καπνίσματος
Οι οδηγίες τονίζουν ότι ακόμα και μικρές αλλαγές στον τρόπο ζωής μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά τη φυσική γονιμότητα αλλά και τα αποτελέσματα θεραπειών όπως η εξωσωματική γονιμοποίηση.
Τι προτείνει ο ΠΟΥ σχετικά με το ΣΠΚΩ και την υπογονιμότητα;
Στις νέες οδηγίες του ΠΟΥ, το Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών (ΣΠΚΩ / PCOS) αναγνωρίζεται ως μία από τις συχνότερες αιτίες ανωορρηξίας και γυναικείας υπογονιμότητας.
Η διάγνωση βασίζεται κυρίως στα κριτήρια του Ρότερνταμ, ενώ οι οδηγίες τονίζουν ότι το ΣΠΚΩ δεν είναι μόνο γυναικολογική διαταραχή, αλλά μια πολυσυστηματική κατάσταση που επηρεάζει:
την ωορρηξία,
τον μεταβολισμό,
το σωματικό βάρος,
την ψυχική υγεία,
και τη συνολική αναπαραγωγική λειτουργία.
Πρώτο βήμα: Τροποποίηση τρόπου ζωής
Ο ΠΟΥ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις αλλαγές τρόπου ζωής ως πρώτη παρέμβαση.
Περιλαμβάνονται:
απώλεια βάρους όπου χρειάζεται,
ισορροπημένη διατροφή,
τακτική άσκηση,
βελτίωση ύπνου,
μείωση στρες.
Ακόμα και μικρή απώλεια βάρους μπορεί να βελτιώσει:
την ωορρηξία,
την ορμονική ισορροπία,
τη φυσική σύλληψη,
αλλά και τα ποσοστά επιτυχίας των θεραπειών.

Φαρμακευτική αντιμετώπιση
Πρώτη γραμμή θεραπείας
Η λετροζόλη προτείνεται ως θεραπεία πρώτης επιλογής για πρόκληση ωορρηξίας, με παρακολούθηση και προσαρμογή της δόσης. Εάν η λετροζόλη δεν είναι διαθέσιμη, μπορεί να χρησιμοποιηθεί κιτρική κλομιφαίνη, με ή χωρίς μετφορμίνη.
Δεύτερη γραμμή θεραπείας
Εάν δεν επιτευχθεί εγκυμοσύνη, χρησιμοποιούνται γοναδοτροπίνες με στενή παρακολούθηση λόγω κινδύνου υπερδιέγερσης ωοθηκών και πολύδυμης κύησης. Ως εναλλακτική επιλογή μπορεί να εφαρμοστεί laparoscopic ovarian drilling (LOD), δηλαδή λαπαροσκοπική χειρουργική διάνοιξη ωοθηκών, ανάλογα με την εμπειρία του κέντρου.
Τρίτη γραμμή θεραπείας
Εφόσον αποτύχουν οι προηγούμενες θεραπείες, προτείνεται εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF).
Τι υπογραμμίζουν ιδιαίτερα οι οδηγίες
Οι οδηγίες τονίζουν ότι:
η θεραπεία πρέπει να εξατομικεύεται,
δεν έχουν όλες οι γυναίκες με ΣΠΚΩ την ίδια πρόγνωση,
απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση
πρέπει να αποφεύγεται η υπερθεραπεία και οι πολύδυμες κυήσεις.
Παράλληλα, ο ΠΟΥ αναφέρει ότι το ΣΠΚΩ απαιτεί πολύ ευρύτερη διαχείριση από αυτή που καλύπτουν οι παρούσες οδηγίες και ότι μελλοντικές εκδόσεις θα επεκταθούν περισσότερο σε μεταβολικούς παράγοντες, μακροχρόνια καρδιομεταβολική υγεία, ψυχολογική υποστήριξη και νεότερες θεραπευτικές προσεγγίσεις.
Τι προτείνει ο ΠΟΥ σχετικά με την ανεξήγητη υπογονιμότητα;
Σύμφωνα με τις νέες οδηγίες του ΠΟΥ, η ανεξήγητη υπογονιμότητα αφορά τα ζευγάρια στα οποία:
- επιβεβαιώνεται φυσιολογική ωορρηξία,
- οι σάλπιγγες είναι διαβατές,
- το σπερμοδιάγραμμα είναι εντός φυσιολογικών ορίων,
- και δεν εντοπίζεται κάποιο σαφές αίτιο μετά τον βασικό έλεγχο.
Ο ΠΟΥ προτείνει μια σταδιακή θεραπευτική προσέγγιση:
1. Πρώτη γραμμή: Αναμονή και παρακολούθηση
Σε νεότερα ζευγάρια με καλή πρόγνωση μπορεί αρχικά να προταθεί αναμενόμενη αντιμετώπιση (expectant management), δηλαδή προσπάθεια φυσικής σύλληψης με παρακολούθηση.
2. Δεύτερη γραμμή: Πρόκληση ωορρηξίας + σπερματέγχυση (IUI)
Αν δεν επιτευχθεί εγκυμοσύνη, προτείνονται:
κιτρική κλομιφαίνη ή λετροζόλη,
συχνά σε συνδυασμό με ενδομήτρια σπερματέγχυση (IUI),
με στενή παρακολούθηση και προσαρμογή της θεραπείας.
Εναλλακτικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν γοναδοτροπίνες, αν και απαιτείται προσοχή λόγω αυξημένου κινδύνου πολύδυμης κύησης.
3. Τρίτη γραμμή: Εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF)
Εάν αποτύχουν οι προηγούμενες θεραπείες, συστήνεται IVF, συνήθως χωρίς ICSI όταν δεν υπάρχει ανδρικός παράγοντας.

Τι τονίζουν ιδιαίτερα οι οδηγίες
Οι οδηγίες επισημαίνουν ότι:
η ανεξήγητη υπογονιμότητα δεν σημαίνει «ανύπαρκτο πρόβλημα»,
πιθανόν να υπάρχουν μη ανιχνεύσιμοι βιολογικοί μηχανισμοί,
η θεραπεία πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με ηλικία, διάρκεια υπογονιμότητας και πρόγνωση,
και ότι η υπερθεραπεία πρέπει να αποφεύγεται.
Παράλληλα, δίνεται έμφαση στη σωστή ενημέρωση του ζευγαριού, στη ρεαλιστική εκτίμηση πιθανοτήτων επιτυχίας και στην ψυχολογική υποστήριξη κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής πορείας.
Η σημασία της έγκαιρης ενημέρωσης
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της νέας οδηγίας είναι η ανάγκη για σωστή ενημέρωση του πληθυσμού σχετικά με τη γονιμότητα.
Πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η τεχνολογία της εξωσωματικής μπορεί να «ξεπεράσει» πλήρως την επίδραση της ηλικίας. Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει.
Παρότι οι σύγχρονες θεραπείες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής έχουν βελτιωθεί εντυπωσιακά, η ηλικία παραμένει καθοριστικός παράγοντας επιτυχίας.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι:
- η γονιμότητα της γυναίκας μειώνεται φυσιολογικά με την πάροδο του χρόνου,
- η ποιότητα των ωαρίων επηρεάζεται σημαντικά μετά τα 35,
- αλλά και η ανδρική γονιμότητα μπορεί να επιβαρυνθεί με την ηλικία.
Πότε πρέπει ένα ζευγάρι να απευθυνθεί σε ειδικό;
Σύμφωνα με τις διεθνείς οδηγίες:
- μετά από 12 μήνες προσπαθειών χωρίς αποτέλεσμα,
- μετά από 6 μήνες αν η γυναίκα είναι άνω των 35 ετών,
- άμεσα όταν υπάρχουν γνωστά προβλήματα όπως:
- ηλικία γυναίκας άνω των 40 ετών,
- αμηνόρροια,
- ενδομητρίωση,
- ιστορικό επεμβάσεων,
- επαναλαμβανόμενες αποβολές,
- σοβαρές διαταραχές σπέρματος.
Η έγκαιρη αξιολόγηση συχνά αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες επιτυχίας.

Η ψυχολογική διάσταση της υπογονιμότητας
Οι νέες οδηγίες δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην ψυχική υγεία.
Η υπογονιμότητα μπορεί να προκαλέσει:
- άγχος,
- θλίψη,
- ενοχές,
- απομόνωση,
- προβλήματα στη σχέση του ζευγαριού.
Για αυτό, ο ΠΟΥ προτείνει η φροντίδα των ασθενών να περιλαμβάνει και ψυχολογική υποστήριξη, παράλληλα με την ιατρική αντιμετώπιση.
Η υπογονιμότητα δεν είναι απλώς ένα «ιατρικό πρόβλημα». Είναι μια εμπειρία που επηρεάζει συνολικά τη ζωή του ανθρώπου.
Εξωσωματική γονιμοποίηση: τι πρέπει να γνωρίζουμε
Η εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) παραμένει μία από τις σημαντικότερες θεραπείες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
Ωστόσο, οι ειδικοί τονίζουν ότι:
- δεν αποτελεί πάντα την πρώτη λύση,
- η επιτυχία εξαρτάται από πολλούς παράγοντες,
- απαιτεί εξατομικευμένη προσέγγιση.
Οι νέες οδηγίες υποστηρίζουν ότι κάθε ζευγάρι πρέπει να λαμβάνει σαφή και ρεαλιστική ενημέρωση σχετικά με:
- τα ποσοστά επιτυχίας,
- τις πιθανές δυσκολίες,
- τις εναλλακτικές επιλογές,
- τις πιθανές επιπλοκές,
- αλλά και το οικονομικό και ψυχολογικό φορτίο της θεραπείας.
Το μέλλον της αναπαραγωγικής ιατρικής
Η σύγχρονη αναπαραγωγική ιατρική κινείται πλέον προς μια πιο εξατομικευμένη προσέγγιση.
Οι νέες τεχνολογίες, η γενετική ανάλυση, η βελτίωση των πρωτοκόλλων εξωσωματικής και η καλύτερη κατανόηση της ανθρώπινης γονιμότητας δημιουργούν νέα δεδομένα.
Παράλληλα όμως, οι ειδικοί υπενθυμίζουν ότι:
- η πρόληψη παραμένει κρίσιμη,
- η σωστή ενημέρωση είναι απαραίτητη,
- και η αναπαραγωγική υγεία πρέπει να αντιμετωπίζεται ως βασικό κομμάτι της συνολικής υγείας.
Περιορισμοί
Οι παρούσες οδηγίες αποτελούν την πρώτη ολοκληρωμένη κατευθυντήρια οδηγία του ΠΟΥ για την πρόληψη, διάγνωση και θεραπεία της υπογονιμότητας. Ωστόσο, λόγω περιορισμών σε πόρους και διαθέσιμα δεδομένα, δεν καλύπτουν ακόμη όλο το φάσμα της αναπαραγωγικής ιατρικής.
Ο ΠΟΥ αναγνωρίζει ότι μελλοντικές εκδόσεις θα χρειαστεί να επεκταθούν ώστε να συμπεριλάβουν:
- επιπλέον παράγοντες κινδύνου όπως παχυσαρκία, χαμηλό βάρος, αλκοόλ, κάνναβη, vaping και καπνικά προϊόντα,
- τη σεξουαλική δυσλειτουργία,
- περιβαλλοντικούς και επαγγελματικούς παράγοντες που επηρεάζουν τη γονιμότητα,
- διατήρηση γονιμότητας πριν από γοναδοτοξικές θεραπείες,
- αναπαραγωγή με δότη ή παρένθετη μητρότητα,
- υπογονιμότητα σε άτομα με παθήσεις όπως ενδομητρίωση, ινομυώματα ή ορμονικές διαταραχές,
- ψυχολογική και κοινωνική υποστήριξη των ζευγαριών.
Για τους άνδρες, επισημαίνεται η ανάγκη μελλοντικών οδηγιών σχετικά με:
- εξειδικευμένες εξετάσεις λειτουργίας σπέρματος,
- τεχνικές λήψης σπερματοζωαρίων,
- προηγμένες μεθόδους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής,
- νέες θεραπευτικές προσεγγίσεις πέρα από τα αντιοξειδωτικά.
Οι οδηγίες υπογραμμίζουν επίσης ότι το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS) απαιτεί πολυπαραγοντική αντιμετώπιση, ενώ παραμένουν ανοιχτά ζητήματα όπως:
- τα «add-ons» της εξωσωματικής γονιμοποίησης,
- η περαιτέρω μείωση των πολύδυμων κυήσεων,
- καθώς και οι νέες τεχνολογίες, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και οι καινοτόμες θεραπείες.
Ο ΠΟΥ δηλώνει ότι θα συνεχίσει να παρακολουθεί τις επιστημονικές εξελίξεις ώστε οι μελλοντικές οδηγίες να γίνουν πιο ολοκληρωμένες και εξατομικευμένες.
Συμπέρασμα
Οι νέες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας υπενθυμίζουν ότι η υπογονιμότητα είναι ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα που απαιτεί ολιστική προσέγγιση.
Η σωστή ενημέρωση, η έγκαιρη διάγνωση, η φροντίδα του τρόπου ζωής και η εξατομικευμένη ιατρική αντιμετώπιση μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά τις πιθανότητες ενός ζευγαριού να αποκτήσει παιδί.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η υπογονιμότητα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με φόβο ή ενοχές. Η σύγχρονη ιατρική διαθέτει πλέον περισσότερα εργαλεία από ποτέ, ενώ η επιστημονική γνώση συνεχίζει να εξελίσσεται με γρήγορους ρυθμούς.
Βιβλιογραφική αναφορά
Mburu G. et al. Recommendations from the WHO guideline for the prevention, diagnosis, and treatment of infertility. Fertility and Sterility, 2025.
Πηγή:
https://www.fertstert.org/article/S0015-0282(25)02246-0/fulltext

